Пенелопа Дельта

Дань славе 1919


Рассказ адаптировала Анна Путина

Метод чтения Ильи Франка


Ο ΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ (дань славе; ο φόρος – налог ; дань )

<p>Ο ΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ (дань славе; ο φόρος – налог ; дань )</p>

ΣΩΡΙΑΣΜΕΝΗ ΧΑΜΩ (упав наземь: «упавшая наземь»; σωριάζομαι – обрушиваться; падать), εμπρός στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας (перед святым образом Богородицы), προσεύχονταν και παρακαλούσε (/она/ молилась и просила; προσεύχομαι; παρακαλώ). Γιατί στα βουνά (потому что в горах), εκεί πέρα, μαкριά (там, далеко), το κανόνι βοούσε (грохотала пушка; βοώ - кричать; гудеть; грохотать) και το τουφέκι έπεφτε πυκνό (и шла жестокая перестрелка: «густо обрушивалась винтовка»; πέφτω – падать; обрушиваться), και ο αδελφός της είχε φύγει ντυμένος στο χακί (и ее брат ушел, одетый в хаки; φεύγω – убегать; уходить; ντύνομαι), με το τουφέκι στον ώμο (с винтовкой на плече; ο ώμος), για να ξεπλύνει αυτή τη φορά την ντροπή του άλλου πολέμου (чтобы смыть на этот раз позор другой войны; ξεπλένω).

«Παναγία μου, λυπήσου (Богородица, пожалей; λυπάμαι)… Μην πάθει τίποτε ο αδελφός μου (пусть с моим братом ничего не случится: «чтобы мой брат ничего не претерпел»; παθαίνω)! Είναι τόσο όμορφος και τόσο παλικάρι (/он/ такой красивый и такой храбрый: «смельчак»; το παλικάρι – смельчак, храбрец; мόлодец)…»


ΣΩΡΙΑΣΜΕΝΗ ΧΑΜΩ, εμπρός στο άγιο εικόνισμα της Παναγίας, προσεύχονταν και παρακαλούσε. Γιατί στα βουνά, εκεί πέρα, μακριά, το κανόνι βοούσε και το τουφέκι έπεφτε πυκνό, και ο αδελφός της είχε φύγει ντυμένος στο χακί, με το τουφέκι στον ώμο, για να ξεπλύνει αυτή τη φορά την ντροπή του άλλου πολέμου.

«Παναγία μου, λυπήσου… Μην πάθει τίποτε ο αδελφός μου! Είναι τόσο όμορφος και τόσο παλικάρι…»


Από τους πρώτους είχε φύγει (/он/ ушел среди первых), πριν ακόμα τον φωνάξουν (еще до того, как его призвали: «позвали»; φωνάζω – кричать; звать), και τώρα τον ήξερε εκεί απάνω (и теперь /она/ знала, что он там, наверху: «/она/ знала его там, наверху»; ξέρω), εκεί που βοούσε το κανόνι και που έπεφτε πυκνό το τουφέκι (там, где грохотала пушка и шла жестокая перестрелка)…

Και ήλθε ο Χάρος μπροστά της μαυροντυμένος (и предстала перед ней Смерть, одетая в черное; έρχομαι μπροστά – представать; μαύρος – черный, ντύνομαι – одеваться), στο μαύρο του άλογο (на черном коне), με το μαύρο του τόξο στο χέρι (с черным луком в руке).


Από τους πρώτους είχε φύγει, πριν ακόμα τον φωνάξουν, και τώρα τον ήξερε εκεί απάνω, εκεί που βοούσε το κανόνι και που έπεφτε πυκνό το τουφέκι…

Και ήλθε ο Χάρος μπροστά της μαυροντυμένος στο μαύρο του άλογο, με το μαύρο του τόξο στο χέρι.


– Λυπήθηκα τα δάκρυα σου (/я/ сжалилась над твоими слезами; το δάκρυ), της είπε (/она/ ей сказала; λέω), και ήλθα να σου πω να διαλέξεις (и пришла предложить тебе выбрать: «и пришла сказать тебе, чтобы ты выбрала», έρχομαι, λέω, διαλέγω), ποιον να σαϊτέψω στη θέση του αδελφού σου (кого же /мне/ поразить из лука вместо твоего брата: «на месте твоего брата»; σαϊτεύω);

– Ποιον (кого?); έκανε εκείνη (сказала она: «сделала она»; κάνω) που δεν πίστευε στ' αυτιά της (не веря своим ушам: «которая не верила своим ушам»; πιστεύω). Αχ, Χάρο μου (ах, Смерть), όποιον θέλεις πάρε (кого хочешь, забирай; παίρνω), μα λυπήσου τον αδελφό μου (но сжалься над моим братом)!

– Δεν έχει όποιον θέλεις (не имеется = так нельзя – кого хочешь; Έχω – иметь), λέγε ποιον να θανατώσω (говори, кого /мне/ убить; θανατώνω);


– Λυπήθηκα τα δάκρυα σου, της είπε, και ήλθα να σου πω να διαλέξεις, ποιον να σαϊτέψω στη θέση του αδελφού σου;

– Ποιον; έκανε εκείνη που δεν πίστευε στ' αυτιά της. Αχ, Χάρο μου, όποιον θέλεις πάρε, μα λυπήσου τον αδελφό μου!

– Δεν έχει όποιον θέλεις, λέγε ποιον να θανατώσω;


Η κόρη έτρεμε (девушка задрожала; τρέμω).

– Μα είναι ανάγκη (разве так необходимо: «но есть необходимость») να πάρεις και καλά κάποιον (чтобы /ты/ обязательно кого-нибудь забрала; (σώνει) και καλά – обязательно);

– Αμέ πώς αλλιώς (ну, как же иначе?);

– Ε, πάρε όποιον θέλεις (забирай, кого хочешь)! Μη με ρωτάς εμένα (меня не спрашивай)!

– Αν πάρω όποιον θέλω(если /я/ возьму /того/, кого хочу), θα πάρω τον αδελφό σου (/тогда я/ заберу твоего брата), γιατί είναι να πέσει σήμερα από βόλι (потому что /он/ должен пасть сегодня от пули: «должно, чтобы он пал сегодня от пули»). Μα τόσο κλάμα έκανες και τόσα παρακάλια (но ты так рыдала и так просила: «но /ты/ сделала такой плач и такие просьбы»), που σε σπλαχνίστηκα (что /я/ пожалела тебя; σπλαχνίζομαι) και πέρασα από δω να σου το πω (и пришла сюда, чтобы тебе об этом сказать; περνώ – проходить). Λέγε γρήγορα τώρα, ποιον να σαϊτέψω στη θέση του (а сейчас быстро говори, кого /мне/ поразить из лука вместо него);

– Πάρε… πάρε… (забери…забери…) έκανε η κόρη (сказала девушка), και τα χείλια της έτρεμαν (и губы ее задрожали), πάρε κανέναν Τούρκο (забери какого-нибудь турка)…


Η κόρη έτρεμε.

– Μα είναι ανάγκη να πάρεις και καλά κάποιον;

– Αμέ πώς αλλιώς;

– Ε, πάρε όποιον θέλεις! Μη με ρωτάς εμένα!

– Αν πάρω όποιον θέλω, θα πάρω τον αδελφό σου, γιατί είναι να πέσει σήμερα από βόλι. Μα τόσο κλάμα έκανες και τόσα παρακάλια, που σε σπλαχνίστηκα και πέρασα από δω να σου το πω. Λέγε γρήγορα τώρα, ποιον να σαϊτέψω στη θέση του;

– Πάρε… πάρε… έκανε η κόρη, και τα χείλια της έτρεμαν, πάρε κανέναν Τούρκο…


Ο Χάρος γέλασε (Смерть рассмеялась; γελάω), και η εκκλησία όλη βόησε (вся церковь загудела) και αντήχησε το νευρικό του γέλιο (ее нервный смех отдался эхом; αντηχώ).

Η κόρη ανατρίχιασε (девушка содрогнулась; ανατριχιάζω) κι έκρυψε το πρόσωπο της (и спрятала лицо; κρύβω).

– Δόξα δε θέλησε ο αδελφός σου (/разве/ не славы хотел твой брат; θέλω); Η δόξα μ' αίμα αγοράζεται (слава кровью: «за кровь» покупается).

– Πάρε αίμα τούρκικο όσο θέλεις (возьми турецкой крови, сколько пожелаешь)…

– Δεν πληρώνεται μ' αίμα εχθρικό (нельзя заплатить кровью врагов: «не платиться вражеской кровью»).

– Αχ, Θεέ μου! (ах, Боже мой!) έκανε η κόρη, διάλεξε λοιπόν εσύ (тогда выбирай сама: «ты»)!

– Καλά (хорошо)! είπε ο Χάρος. Κοίταξε δω (посмотри-ка: «посмотри сюда»; κοιτάζω).


Ο Χάρος γέλασε, και η εκκλησία όλη βόησε και αντήχησε το νευρικό του γέλιο.

Η κόρη ανατρίχιασε κι έκρυψε το πρόσωπο της.

– Δόξα δε θέλησε ο αδελφός σου; Η δόξα μ' αίμα αγοράζεται.

– Πάρε αίμα τούρκικο όσο θέλεις…

– Δεν πληρώνεται μ' αίμα εχθρικό.

– Αχ, Θεέ μου! έκανε η κόρη, διάλεξε λοιπόν εσύ!

– Καλά! είπε ο Χάρος. Κοίταξε δω.


Εμπρός στα μάτια της έβαλε ένα καθρεφτάκι (/Смерть/ положила перед ее глазами = перед ней зеркальце; βάζω – класть; ο καθρέφτης – зеркало + άκι (уменьшительно-ласкательный суффикс), και μέσα είδε η κόρη μια μάχη (и в нем: «внутри» увидела девушка сражение; βλέπω – видеть), τουφέκια χιλιάδες που φλόγιζαν (тысячи горящих: «которые горели» ружей; φλογίζω), και σπαθιά που γυάλιζαν (сверкающих: «которые сверкали» шашек; γυαλίζω), και άλογα αφρισμένα (и покрытых пеной лошадей; αφρισμένος; ο αφρός – пена) που έσερναν τα μαύρα κανόνια (которые тянули черные пушки; σέρνω)· και δεξιά, ένα σωρό άντρες που έτρεχαν μπροστά (а справа – толпу людей, бегущих вперед;ο σωρός – куча; масса; τρέχω). Ήταν όλοι ντυμένοι στο χακί (все /они/ были одеты в /одежды цвета/ хаки), με το στέμμα στο πηλήκιο (с короной на форменной фуражке) και το τουφέκι στο χέρι (и винтовкой в руке), και ανάμεσα τους ανεγνώρισε τον αδελφό της (и среди них /она/ узнала своего брата; αναγνωρίζω).

Έβγαλε μια φωνή (/она/ закричала; βγάζω - вынимать, вытаскивать; η φωνή – голос; крик) και σκέπασε πάλι τα μάτια της (и снова закрыла /руками/ глаза; σκεπάζω – накрывать; покрывать), μα ο Χάρος επέμεινε (но Смерть не отступала: «настаивала»; επιμένω).


Εμπρός στα μάτια της έβαλε ένα καθρεφτάκι, και μέσα είδε η κόρη μια μάχη, τουφέκια χιλιάδες που φλόγιζαν, και σπαθιά που γυάλιζαν, και άλογα αφρισμένα που έσερναν τα μαύρα κανόνια· και δεξιά, ένα σωρό άντρες που έτρεχαν μπροστά. Ήταν όλοι ντυμένοι στο χακί, με το στέμμα στο πηλήκιο και το τουφέκι στο χέρι, και ανάμεσα τους ανεγνώρισε τον αδελφό της.

Έβγαλε μια φωνή και σκέπασε πάλι τα μάτια της, μα ο Χάρος επέμεινε.


– Κοίταξε καλά (смотри хорошенько), είπε· είναι γραφτό (предначетано /судьбой/: «написано»; γράφω – писать), όλους αυτούς όσους βλέπεις δεξιά (/чтобы/ всех, кого ты видишь справа), να τους θερίσω μεμιάς (/я/ скосила одним взмахом: «зараз»; θερίζω – жать; косить)· μα σαν θέλεις (но если /ты/ хочешь), διάλεξε τους άλλους που είναι αριστερά (выбери других, /тех/, кто слева), και τους θερίζω αυτούς αντί τους πρώτους (и /я/ скошу их вместо первых). Θέλεις; Υπόγραψε (подпиши; υπογράφω)!

Και μπροστά της άπλωσε ένα κίτρινο χαρτί (/Смерть/ развернула перед ней желтую бумагу; απλώνω – расстилать; развернуть) και της έδωσε ένα καλάμι αιματοβαμμένο (и дала = протянула ей окровавленное перо; δίνω – давать; το καλάμι – камыш; перо, ручка; αιματοβαμμένος – окрашенный кровью; βάφω – красить).

Πήρε η κόρη το καλάμι (девушка взяла перо), μα το χέρι της έτρεμε τόσο (но ее рука так дрожала) που δεν μπόρεσε να γράψει (что она не могла писать; μπορώ).


– Κοίταξε καλά, είπε· είναι γραφτό, όλους αυτούς όσους βλέπεις δεξιά, να τους θερίσω μεμιάς· μα σαν θέλεις, διάλεξε τους άλλους που είναι αριστερά, και τους θερίζω αυτούς αντί τους πρώτους. Θέλεις; Υπόγραψε!

Και μπροστά της άπλωσε ένα κίτρινο χαρτί και της έδωσε ένα καλάμι αιματοβαμμένο.

Πήρε η κόρη το καλάμι, μα το χέρι της έτρεμε τόσο που δεν μπόρεσε να γράψει.


– Και αυτοί… αυτοί οι άλλοι αριστερά (а у тех…у тех, других, слева) δεν έχουν αδελφές (/разве/ нет сестер: «а те… те другие, слева, разве не имеют сестер»);

– Βέβαια έχουν (конечно есть), και αδελφές και μάνες (и сестры, и матери). Και ο ένας, βλέπεις (а у одного, /ты/ видишь /его/); – αυτός ο ξανθός με τα μαύρα μάτια (тот светловолосый с черными глазами); Έχει γυναίκα νέα και όμορφη (у него есть молодая и красивая жена), που τη στεφανώθηκε μια μέρα πριν φύγει (с которой /он/ обвенчался за день до того, как ушел /на войну/; στεφανώνομαι), και είναι δεμένες μαζί οι μοίρες τους (и их судьбы связаны вместе; δένω – связывать; привязывать).

– Πώς μαζί (как это вместе);

– Με την ίδια σαΐτα (той же стрелой) που θα θανατώσω εκείνον (что /я/ убью его), θα ρίξω κι εκείνη στον τάφο (/я/ брошу и ее в могилу; ρίχνω).

– Αχ, μην το κάνεις (ах, не делай этого)!

– Είναι γραφτό (так предначертано /судьбой/).

– Μην τον σκοτώσεις λοιπόν (не убивай его; σκοτώνω)! Άφησε τον και αυτόν να ζήσει (оставь и его в живых: «оставь и его тоже жить»; αφήνω – позволять; оставлять; ζώ)!


– Και αυτοί… αυτοί οι άλλοι αριστερά δεν έχουν αδελφές;

– Βέβαια έχουν, και αδελφές και μάνες. Και ο ένας, βλέπεις; – αυτός ο ξανθός με τα μαύρα μάτια; Έχει γυναίκα νέα και όμορφη, που τη στεφανώθηκε μια μέρα πριν φύγει, και είναι δεμένες μαζί οι μοίρες τους.

– Πώς μαζί;

– Με την ίδια σαΐτα που θα θανατώσω εκείνον, θα ρίξω κι εκείνη στον τάφο.

– Αχ, μην το κάνεις!

– Είναι γραφτό.

– Μην τον σκοτώσεις λοιπόν! Άφησε τον και αυτόν να ζήσει!


– Ποιον άλλο να πάρω στη θέση του (кого же /мне/ забрать вместо него); Να, αυτός εκεί ο μικρός χλωμός (вон, тот, маленький и бледный); Έχει φάγει τα παιδικά του χρόνια στη μελέτη και στη δουλειά (/он/ провел свое детство: «съел свои детские годы» в учебе и работе; τρώω – есть; потратить), με τη χήρα μάνα του που παιδεύτηκε και πείνασε (а его мать – вдова: «с матерью – вдовой, которая» мучилась и голодала; παιδεύομαι; πεινάω) ώσπου να τον μεγαλώσει (пока не вырастила его; μεγαλώνω -вырастать; выращивать). Και τώρα θα βγάλει μιαν ανακάλυψη που θα τους φέρει πλούτη, τιμή και δόξα (скоро: «сейчас» /он/ сделает открытие, которое принесет им богатства, уважение и славу; φέρνω)…

– Μην τον κόψεις, για τον Θεό, και αυτόν (ради Бога, не убивай его; κόβω – резать; убивать)! Όχι! άφησε τους αυτούς να ζήσουν (оставь и этих в живых)!

– Λοιπόν τους άλλους προτιμάς (значит ты выбираешь: «предпочитаешь» /тех/, других; προτιμώ), εκεί μέσα στο βάθος (там, вдали: «в глубине»);


– Ποιον άλλο να πάρω στη θέση του; Να, αυτός εκεί ο μικρός χλωμός; Έχει φάγει τα παιδικά του χρόνια στη μελέτη και στη δουλειά, με τη χήρα μάνα του που παιδεύτηκε και πείνασε ώσπου να τον μεγαλώσει. Και τώρα θα βγάλει μιαν ανακάλυψη που θα τους φέρει πλούτη, τιμή και δόξα…

– Μην τον κόψεις, για τον Θεό, και αυτόν! Όχι! άφησε τους αυτούς να ζήσουν!

– Λοιπόν τους άλλους προτιμάς, εκεί μέσα στο βάθος;


– Έχουν και αυτοί αδελφές και μάνες (у них тоже есть сестры и матери?);

– Βέβαια έχουν (конечно, есть). Και ο ένας εκεί μπροστά (вон, тот, впереди), που ρίχνεται σα λεοντάρι (что набрасывается, словно лев), βλέπεις; – με το σπαθί στο χέρι (с шашкой в руке); Έχει δίκαιο να αψηφά τα βόλια (он с полным правом может: «/он/ имеет право» не обращать внимания на пули; αψηφώ), δεν είναι γραφτό του να πάγει σήμερα (ему не суждено умереть: «уйти» сегодня). Μα σα θέλεις πάλι (но опять же, если /ты/ хочешь), μεμιάς τον παίρνει ένα βόλι στην καρδιά (то его сразу же поразит пуля в сердце), να εκεί ίσα – ίσα (ровно туда) που βλέπεις ένα τετραγωνάκι μικρό (где /ты/ видишь маленький квадратик). Ξέρεις τι είναι (знаешь, что это); Είναι η εικόνα του παιδιού του (это изображение его ребенка), ένα ξανθόμαλλο κοριτσάκι (светловолосой девчушки) που δε γνώρισε μάνα (которая никогда не видела своей матери: «не узнала своей матери»; γνωρίζω), γιατί του την πήρα σα γεννήθηκε (потому что /я/ ее у нее забрала, как только /она/ родилась; γεννιέμαι).

– Αχ, μη! (ах, нет) φώναξε η κόρη κλαίγοντας (закричала девушка, рыдая; κλαίω), μην τον πάρεις από το παιδί του (не отнимай его у ребенка)! Ποιος θα το αγαπά (кто ее будет любить) σα σκοτώσεις και τον πατέρα (если /ты/ убьешь и отца);


– Έχουν και αυτοί αδελφές και μάνες;

– Βέβαια έχουν. Και ο ένας εκεί μπροστά, που ρίχνεται σα λεοντάρι, βλέπεις; – με το σπαθί στο χέρι; Έχει δίκαιο να αψηφά τα βόλια, δεν είναι γραφτό του να πάγει σήμερα. Μα σα θέλεις πάλι, μεμιάς τον παίρνει ένα βόλι στην καρδιά, να εκεί ίσα – ίσα που βλέπεις ένα τετραγωνάκι μικρό. Ξέρεις τι είναι; Είναι η εικόνα του παιδιού του, ένα ξανθόμαλλο κοριτσάκι που δε γνώρισε μάνα, γιατί του την πήρα σα γεννήθηκε.

– Αχ, μη! φώναξε η κόρη κλαίγοντας, μην τον πάρεις από το παιδί του! Ποιος θα το αγαπά σα σκοτώσεις και τον πατέρα;


– Πάντα κάποιος θα κλάψει (всегда кто-нибудь будет плакать). Έλα, διάλεξε λοιπόν (давай, выбери, наконец), ποιον θες να πάρω (кого мне взять: «кого /ты/ хочешь, чтобы /я/ взяла»?); Βιάζομαι (я спешу).

– Πάρε έναν περιττό (забери кого-нибудь лишнего)…

– Ξέρεις κανένα (/ты/ кого-нибудь знаешь); Πες μου τον (скажи мне, кто он: «о нем»).

– Δεν ξέρω (/я/ не знаю)· μα αν είναι κανένας έρημος (но если есть какой-нибудь одиночка)…

– Θέρισα κι έρημους (/я/ скосила и одиноких), μα είναι λίγοι (но их немного). Όλοι αυτοί που βλέπεις (у всех тех, кого /ты/ видишь) έχουν μάνα, γυναίκα ή παιδί (есть мать, жена или ребенок). Έλα, κόρη, αποφάσισε ποιους να πάρω (давай, девушка, решай, кого /мне/ забрать);

– Πάρε με μένα και λυπήσου τους αυτούς (забери меня, а их пожалей)!


– Πάντα κάποιος θα κλάψει. Έλα, διάλεξε λοιπόν, ποιον θες να πάρω; Βιάζομαι.

– Πάρε έναν περιττό…

– Ξέρεις κανένα; Πες μου τον.

– Δεν ξέρω· μα αν είναι κανένας έρημος…

– Θέρισα κι έρημους, μα είναι λίγοι. Όλοι αυτοί που βλέπεις έχουν μάνα, γυναίκα ή παιδί. Έλα, κόρη, αποφάσισε ποιους να πάρω;

– Πάρε με μένα και λυπήσου τους αυτούς!


– Εσένα; (тебя) Ο Χάρος πάλι γέλασε (Смерть засмеялась опять), και πάλι η εκκλησία έστειλε πίσω σαν κλαγγή (церковь опять отразила словно лязг), το άχρωμο του γέλιο (ее бесцветный смех). Τι να σε κάνω εσένα (Что /мне/ с тобой делать)! Αυτούς θέλω (я хочу /тех/), που τη Δόξα κυνηγούν (что охотятся за Славой), έτσι που τους βλέπεις να τρέχουν (тех, бегущих, которых ты видишь). Γιατί ο φόρος της Δόξας είναι αίμα (потому что платой: «налогом» за славу является кровь), αίμα και δάκρυα που να χύνονται ποτάμι (кровь и слезы, льющиеся: «которые льются» рекой). Στον άλλο πόλεμο (на другой войне), το ίδιο δεν έκλαψαν όλες οι μανάδες (/разве/ не плакали матери также), σαν που κλαις εσύ τώρα (как /ты/ сейчас плачешь); Και το ίδιο δεν τις λυπήθηκα (и /разве я/ их не пожалела), και τα παιδιά τους τα 'στειλα όλα πίσω, γερά και αδόξαστα (и не отослала их детей обратно, живыми, но бесславными); Θέλεις το ίδιο να κάνω και τώρα (хочешь, чтобы /я/ поступила также и сейчас); Να, φτάνει να γυρίσω τον καθρέφτη (/мне/ достаточно перевернуть зеркало; γυρίζω) και θα το βάλουν όλοι στα πόδια (и все обратятся в бегство; το βάζω στα πόδια -обращаться в бегство)…

Και άπλωσε ο Χάρος το χέρι (и Смерть протянула руку).


– Εσένα; Ο Χάρος πάλι γέλασε, και πάλι η εκκλησία έστειλε πίσω σαν κλαγγή, το άχρωμο του γέλιο. Τι να σε κάνω εσένα! Αυτούς θέλω, που τη Δόξα κυνηγούν, έτσι που τους βλέπεις να τρέχουν. Γιατί ο φόρος της Δόξας είναι αίμα, αίμα και δάκρυα που να χύνονται ποτάμι. Στον άλλο πόλεμο, το ίδιο δεν έκλαψαν όλες οι μανάδες, σαν που κλαις εσύ τώρα; Και το ίδιο δεν τις λυπήθηκα, και τα παιδιά τους τα 'στειλα όλα πίσω, γερά και αδόξαστα; Θέλεις το ίδιο να κάνω και τώρα; Να, φτάνει να γυρίσω τον καθρέφτη και θα το βάλουν όλοι στα πόδια…

Και άπλωσε ο Χάρος το χέρι.


Μα μεμιάς πετάχθηκε πάνω η κόρη (но девушка тотчас вскочила; πετάγομαι – летать; вскочить; πετώ – летать).

– Όχι! Μη μας λυπηθείς (не жалей нас)! Και πάρε όσους θέλεις (забирай, скольких=кого хочешь)!

– Λέγε, κόρη, γρήγορα (девушка, быстро говори), βιάζομαι να φύγω (/я/ спешу уйти)' ποιους θέλεις να θερίσω (кого мне скосить: «кого /ты/ хочешь, чтобы /я/ скосила»; θερίζω); Τους αριστερούς με το νιόπαντρο (тех, кто слева: «левых» вместе с молодоженом), ή τους άλλους εκεί στο βάθος (или других, вдали);

– Να κλάψουν χήρες, μάνες και ορφανά (заставить вдов, матерей и сирот плакать: «чтобы заплакали вдовы, матери и сироты?»); Όχι! Πάλι εγώ καλύτερα (уж лучше я), αφού ήτανε γραφτό μου (раз мне так было предначертано)…

Δεν πρόφθασε να πεί το λόγο (не успела /она/ вымолвить слова ), και ο μαύρος καβαλάρης αδράχνοντας τις σαΐτες του (как черный всадник, схватив свои стрелы; αδράχνω) πετάχθηκε σαν αστραπή (взлетел как молния) και χάθηκε στον κάμπο (и исчез в поле; χάνομαι).


Μα μεμιάς πετάχθηκε πάνω η κόρη.

– Όχι! Μη μας λυπηθείς! Και πάρε όσους θέλεις!

– Λέγε, κόρη, γρήγορα, βιάζομαι να φύγω' ποιους θέλεις να θερίσω; Τους αριστερούς με το νιόπαντρο, ή τους άλλους εκεί στο βάθος;

– Να κλάψουν χήρες, μάνες και ορφανά; Όχι! Πάλι εγώ καλύτερα, αφού ήτανε γραφτό μου…

Δεν πρόφθασε ν' αποπεί το λόγο, και ο μαύρος καβαλάρης αδράχνοντας τις σαΐτες του πετάχθηκε σαν αστραπή και χάθηκε στον κάμπο.


Χάμω είχε μείνει το καθρεφτάκι (зеркальцо оказалось на земле), και η κόρη έσκυψε (девушка нагнулась; σκύβω) και το κοίταξε με την καρδιά παγωμένη από το πέρασμα του Χάρου (и взглянула с сердцем, заледеневшим от встречи со Смертью: «от прохождения Смерти»; παγώνω – замерзать; цепенеть; леденеть).

Μα δεν είδε πια μάχη (но /она/ больше не видела /там/ ни сражения), ούτε τουφέκια, ούτε κανόνια (ни ружей, ни пушек).

Χιόνια μόνο πολλά σκέπαζαν τη γη (только снега покрывали землю; σκεπάζω), και ήταν νύχτα (была ночь), και κάπου -κάπου λεκέδες μαυριδεροί απλώνουνταν στην απέραντη ασπρίλα (кое-где черноватые пятна виднелись: «расстилались» не бесконечной белизне). Έσκυψε πιο κοντά (она нагнулась пониже) και ξεχώρισε τους λεκέδες (и распознала пятна; ο λεκές)· ήταν κορμιά ντυμένα με χακί (/это/ были тела, одетые в хаки). Κι εκεί, δεξιά, όπου είχε πρωτοδεί τον αδελφό της (там, справа, где /она/ в первый раз увидела своего брата), σωροί ήταν πεσμένα παλικάρια (кучей лежали молодцы: «кучами были упавшие молодцы»), σαν τα στάχυα που τα θέρισε η κόσα (словно колоски, скошенные косой: «которые скосила коса»).


Χάμω είχε μείνει το καθρεφτάκι, και η κόρη έσκυψε και το κοίταξε με την καρδιά παγωμένη από το πέρασμα του Χάρου.

Μα δεν είδε πια μάχη, ούτε τουφέκια, ούτε κανόνια.

Χιόνια μόνο πολλά σκέπαζαν τη γη, και ήταν νύχτα, και κάπου -κάπου λεκέδες μαυριδεροί απλώνουνταν στην απέραντη ασπρίλα. Έσκυψε πιο κοντά και ξεχώρισε τους λεκέδες· ήταν κορμιά ντυμένα με χακί. Κι εκεί, δεξιά, όπου είχε πρωτοδεί τον αδελφό της, σωροί ήταν πεσμένα παλικάρια, σαν τα στάχυα που τα θέρισε η κόσα.


Και πάνω τους φτερούγιζε κάτι άσπρο (а над ними трепыхалось что-то белое; φτερουγίζω – махать крыльями), κάτασπρο, πιο άσπρο και από τα χιόνια (ослепительно белое, белее, чем снег), γιατί ήταν πιο φεγγερό (потому что /оно/ было более ярким)· και χαμήλωσε, χαμήλωσε (/оно/ стало опускаться все ниже и ниже: «оно опускалось, опускалось») και ακούμπησε στα τρυπημένα κορμιά ένα κλαδί από δάφνη (и положило на простреленные тела лавровую ветвь; τρυπάω – продырявливать; простреливать; η τρύπα – дыра).

Και η κόρη, πνιγμένη στους λυγμούς (девушка, задыхаясь от рыданий; πνίγομαι – тонуть; задыхаться), αναγνώρισε τη Δόξα (узнала Славу), και ανάμεσα στα πεθαμένα παλικάρια (среди умерших молодцев) ξεχώρισε τ' αχνό πρόσωπο του αδελφού της (/она/ различила бледное лицо своего брата; ξεχωρίζω).


Και πάνω τους φτερούγιζε κάτι άσπρο, κάτασπρο, πιο άσπρο και από τα χιόνια, γιατί ήταν πιο φεγγερό· και χαμήλωσε, χαμήλωσε και ακούμπησε στα τρυπημένα κορμιά ένα κλαδί από δάφνη.

Και η κόρη, πνιγμένη στους λυγμούς, αναγνώρισε τη Δόξα, και ανάμεσα στα πεθαμένα παλικάρια ξεχώρισε τ' αχνό πρόσωπο του αδελφού της.